Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Σύνοψη των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για τα αγροτικά θέματα από τον Βαγγέλη Αποστόλου




ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Βουλευτής Εύβοιας – ΣΥΡΙΖΑ
Συντονιστής θεμάτων Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ


ΣΥΝΟΨΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Απαραίτητη η συμβολή του αγροτικού χώρου στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας

Ο αγροτικός χώρος είναι από αυτούς που μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της χώρας, γιατί δεν είναι μόνο ένας τομέας παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, αλλά κι ένας δυναμικός και διαρκώς ανανεώσιμος φυσικός πόρος και μάλιστα με υψηλή ανταποδοτικότητα σε πυκνό χρόνο. Επιπλέον αποτελεί και τη δραστηριότητα εκείνη που διασφαλίζει την επιβίωση ενός λαού, πόσο μάλλον του δικού μας που το 50% και πλέον έχει σχέση συμπληρωματική, είτε με απασχόληση είτε με ενίσχυση.
Όμως οι οικονομικοί του δείκτες δείχνουν ότι η πολιτεία δεν έχει συνειδητοποιήσει την αξία του, αφού πορεύεται εδώ και τρείς δεκαετίες χωρίς σχέδιο εθνικής πολιτικής δράσης, εμμένοντας στην αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στις ευρωπαϊκές επιταγές, χωρίς κι αυτές να καταφέρουμε να τις διαχειριστούμε σωστά. Η αδυναμία αυτή κατέστησε την ελληνική γεωργία τοπίο επιδοτούμενων μονοκαλλιεργειών με αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση των εξαγωγικών της δυνατοτήτων αλλά και της διατροφικής μας επάρκειας, μεταλλάσσοντας ταυτόχρονα την ύπαιθρο οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά.
Απαιτείται λοιπόν άμεσα η συγκρότηση ενός εθνικού σχεδίου που θα προσεγγίσει την αγροτική δραστηριότητα με συγκεκριμένες πολιτικές κατά κλάδο και περιφέρεια και θα τις εντάξει σε ένα ευρύτερο όραμα παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ΚΑΠ θα στηρίξει την ποιότητα και το εισόδημα των μικρομεσαίων αγροτών και θα ανακατανείμει τους πόρους υπέρ των μεσογειακών προϊόντων, ενώ σε εθνικό επίπεδο, η εφαρμογή των κλαδικών πολιτικών θα προσαρμοστεί στην πολλαπλότητα και την πολυμορφία της ελληνικής γεωργίας και στις τοπικές απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες.
Με αφετηρία τη στήριξη των κοινωνικών αναγκών και εργαλείο τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, το σχέδιο αυτό πρέπει να έχει ως βασικές στοχεύσεις την επαρκή κάλυψη των διατροφικών αναγκών της χώρας και τη δυναμική προώθηση της παραγωγής προϊόντων με εξαγωγικό προσανατολισμό.
Η πρώτη στόχευση απαιτεί την εισαγωγή μέτρων για ανάπτυξη της κτηνοτροφίας σε σημείο που να καλύπτει κι ένα μεγάλο μέρος του ελλείμματος των 2 δις ευρώ (13,6% του συνόλου των εισαγωγών) στο εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων, που κυρίως οφείλεται σε ζωοκομικά προϊόντα. Τέτοια μέτρα είναι το εθνικό σχέδιο γενετικής βελτίωσης και αξιοποίησης των φυλών των αγροτικών ζώων, η στήριξη καλλιέργειας πρωτεϊνούχων κτηνοτροφικών φυτών για ζωοτροφές, η άμεση ρύθμιση εκκρεμών ζητημάτων βοσκοτόπων και άλλα.
Η δεύτερη στόχευση υπηρετείται με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας. Κι αυτή επιτυγχάνεται με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων παραδοσιακών μας προϊόντων, όπως ελαιολάδου, ελιάς, ροδάκινων, πορτοκαλιών, σουλτανίνας κλπ, καθώς και άλλων με διεισδυτικότητα στις ξένες αγορές, όπως κρόκου, σπαραγγιών, αρωματικών φυτών κλπ. Στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας μπορεί να συμβάλλει και μια προστιθέμενη αξία, που μπορεί να προκύψει μέσα από την παραγωγή ευρέως φάσματος ποιοτικών και τυποποιημένων προϊόντων. Κάθε μονάδα προστιθέμενης αξίας μπορεί να προσδώσει όχι μόνο πολλαπλάσια αύξηση της απασχόλησης αλλά και αύξηση στο αγροτικό ΑΕΠ κατά 5%, χωρίς αυτό να σημαίνει αύξηση της τιμής του καταναλωτή, αρκεί να αντιμετωπιστεί το υπερβολικό ποσοστό των μεσαζόντων του χώρου.
Τα επείγοντα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο σχέδιο είναι πολλά, όπως:
·         Η ηλικιακή διάρθρωση των απασχολούμενων. Το 55% είναι πάνω από 55 ετών και μόνο το 7% είναι κάτω των 35, δηλαδή ο αγροτικός κόσμος ολοένα και γερνάει.
Οι δυνατότητες απασχόλησης που προσφέρει ο χώρος στους νέους αγρότες δεν είναι ενθαρρυντικές. Πρέπει να υπάρξει στήριξη που δε θα περιορίζεται μόνο σ’ ένα γενικό μοίρασμα αγροτεμαχίων, αλλά και στη διάσταση της βιωσιμότητας των εκμεταλλεύσεων και παράλληλα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μόνιμη παραμονή των νέων στην ύπαιθρο.
·         Το κόστος παραγωγής. Είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ΚΑΙ απαιτεί την άμεση επίλυση των ζητημάτων που έχουν σχέση με το κόστος παραγωγής (ενέργεια, ΦΠΑ, εφόδια κλπ).
·         Η χρηματοδότηση του χώρου. Η κατάργηση της αγροτικής πίστης με το ξεπούλημα της ΑΤΕ έχει προκαλέσει, λόγω της ελλιπούς χρηματοδότησης, τη μείωση της αγροτικής παραγωγής. Πρέπει να υπάρξει χρηματοδοτικό εργαλείο, είτε με την επαναφορά της ΑΤΕ είτε με την ίδρυση νέου εξειδικευμένου πιστωτικού φορέα και,
·         Η οργάνωση των συνεταιρισμών σε νέες βάσεις. Χρειάζεται ένα καινούργιο ξεκίνημα στο συνεταιριστικό χώρο για να βρει εκείνη τη συνεργατική έκφραση που θα τον μετατρέψει σε ουσιαστικό εκφραστή και υπηρέτη των αγωνιών του Έλληνα αγρότη.
Είναι φανερό ότι όλα αυτά χωρίς παραγωγικές επενδύσεις δε γίνονται. Κι όταν λέμε επενδύσεις εννοούμε  κατά προτεραιότητα αυτές που θα δώσουν το στίγμα των εξελίξεων και θα αποτελέσουν την «ατμομηχανή» της ανάπτυξης.
Δημόσιες ή και ιδιωτικές επενδύσεις που θα επικεντρώνονται σε κρίσιμα θέματα και θα «μοχλεύουν» (κινητοποιούν) διπλάσια και τριπλάσια άλλα κεφάλαια. Στη προκείμενη περίπτωση κρίνεται απαραίτητη η επαναφορά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, που ιδιωτικοποιήθηκαν πρόσφατα και η αξιοποίησή τους ως εργαλεία για την πραγματική ανάπτυξη.
Αυτή η αναγκαία αλλαγή πορείας και η επανεκκίνηση της  αγροτικής οικονομίας, όμως, θα ευδοκιμήσει και θα αποκτήσει μόνιμα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, μόνο αν αντιμετωπιστούν η μνημονιακή πολιτική και η χρόνια πολιτική των κομματικών σκοπιμοτήτων στο χώρο.