Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Έλληνες πλούσιοι: η ηθική παρακμή και η ανοησία


Παίρνoντας αφορμή απο την "συμπόνια" των Ελλήνων εφοπλιστών προς τους φτωχούς Πρεβεζάνους, αλλά και τα απαξιωτικά σχόλια για την ανακοίνωση του Σύριζα Πρέβεζας απο φέρελπι δημοσιογράφο της Τοπικής Φωνής δημοσιεύουμε ένα κείμενο του Χρήστου Λάσκου για την συμπονετική  μεγαλοαστική τάξη της Ελλάδας.



Του Χρήστου Λάσκου

Αναρωτιέμαι συχνά, όπως όλοι μας φαντάζομαι, γιατί είμαι όπως είμαι, γιατί σκέφτομαι αυτά και όχι άλλα, γιατί εντάσσομαι στα συγκεκριμένα που εντάσσομαι και όχι στα αντίθετά τους, γιατί συγκινούμαι από κάποια πράγματα, όχι όμως από άλλα, γιατί είμαι αριστερός και όχι δεξιός κι άλλα παρόμοια. Και η απάντηση είναι πως δεν ξέρω ακριβώς. Προφανώς στο ότι είμαι αριστερός έχει παίξει ρόλο πως γεννήθηκα από βιομηχανικούς εργάτες, επιπέδου εκπαίδευσης τρίτης δημοτικού, μετανάστες στη Γερμανία σ’ όλα τους τα νιάτα και, συνεπώς, επαρκώς ταλαιπωρημένους. Δεν είναι αρκετό, ωστόσο, ως εξήγηση.

Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος πως, για μερικά από τα σημαντικότερα της ζωής μας, του χαρακτήρα και των μεγάλων μας επιλογών, παίζουν καίριο ρόλο οι συμπτώσεις. Μια σύμπτωση, λοιπόν, που για μένα υπήρξε καθοριστική ήταν ένα τηλεοπτικό διάγγελμα του Καραμανλή στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, όταν, επιχειρώντας να κάνει χειροπιαστή τη λιτότητα, που ήταν αναγκαία εν όψει του 2ου «πετρελαϊκού σοκ», είχε το θράσος να ξεστομίσει πως οι φτωχοί θα έπρεπε να διαμορφώσουν τις διατροφικές τους συνήθειες στα δεδομένα της εποχής.  Αυτό, που για την ακρίβεια, είπε, με τη πανδήμως αναγνωρισμένη σοφία που τον χαρακτήριζε, είναι πως το κατάλληλο κρέας για τους φτωχούς είναι η… λάπα. Αν και αρκετά μικρός, ώστε να μην ξέρω τι είναι η λάπα, κατάλαβα πολύ καλά το πνεύμα (!) του. Και θεώρησα υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μου και την ανθρωπότητα να βρεθώ στην αντίθετη, από αυτόν, πλευρά.

Νομίζω πως τα χρόνια που ζούμε πολλοί νέοι αριστεροί θα παραχθούν με παρόμοιους τρόπους. Σε μια χώρα, που χειμάζεται με τρόπο χειρότερο από το να βρίσκονταν σε πόλεμο, με μαζικές αυτοκτονίες, ιλιγγιώδη αύξηση της ανεργίας, καρατόμηση του εισοδήματος της εργασίας, εκτέλεση μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανθρώπων, εκτόξευση του αριθμού των αστέγων και των πεινασμένων, «δικών» μας και προσφύγων, ακούμε από μεγαλοεφοπλιστή να λέει –λέγοντάς τη, ταυτοχρόνως στον Τσίπρα- «αν μας βρουν ας μας φορολογήσουν». Ή βλέπουμε να γράφει μεγαλοκατασκευαστής και καναλάρχης πως το κεφάλαιο δεν μπορεί να ελεγχθεί –μην ματαιοπονείτε!- στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας. Ή, ακόμη καλύτερα, το σαμαρικό Antinews, να συμβουλεύει τον πρωθυπουργό να καλέσει όλους τους μεγαλοκαταθέτες, ακόμη και τους λαθρέμπορους όπλων, ναρκωτικών και σωμάτων,  να επαναπατρίσουν τα χρήματά τους χωρίς κανένα έλεγχο –στο όνομα της εθνικής ανάγκης, βεβαίως. Αντί, δηλαδή, να βρεθεί τρόπος –να ένα «εθνικό» καθήκον, για όσους παραείναι πατριώτες- να κυνηγηθεί αλύπητα το τζετ σετ της συμφοράς, η πρόταση είναι να στρωθεί κόκκινο χαλί αδιακρίτως.

Κι ας μην μπερδευόμαστε που πολλοί θα επιχειρήσουν να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη και παράνομη μεταφορά μεγάλων ποσών χρημάτων στο εξωτερικό. Ηθικά, δηλαδή ουσιαστικά, δεν υπάρχει καμιά διαφορά. Την ίδια ψοφοδεή ιδιοτέλεια και σκληρότητα εκφράζουν.       

Όπως σημείωνε πρόσφατα η Ροσάνα Ροσάντα. αναφερόμενη στις διαφορές ανάμεσα στην εποχή του μεσοπολέμου και την σημερινή: «Η αστική τάξη μπορεί να ήταν και φασιστική. Μπορεί να ήταν και μετριοπαθής. Μπορεί να νόμιζε ότι η ανισότητα θα υπήρχε πάντα. Δεν υπήρχε όμως αυτή η ιδέα που συναντάμε σήμερα: η φτώχεια σαν ενοχή. Η ανισότητα σαν αξία».

Νομίζω πως η διαπίστωση ταιριάζει ακριβώς στη δική μας αστική τάξη. Όντας γέννημα της πιο εκμεταλλευτικής μηχανής στην Ευρώπη –τόσο, που να προκαλεί ακόμη και τους Γερμανούς ταξικούς αδελφούς της, που όλο και συχνότερα γκρινιάζουν για τους «ασυνείδητους» Έλληνες πλούσιους- όντας, επιπλέον, λαμπρό ανάτυπο των προγόνων της μαυραγοριτών της κατοχής, δεν θα μπορούσε παρά να σπάει το παγκόσμιο ρεκόρ ταξικής μισανθρωπίας.

Αυτό, ωστόσο, συνιστά τελικά και την πραγματική της αδυναμία. Μια άρχουσα τάξη, η οποία δεν μπορεί ούτε λίγο «συμπονετική» να εμφανίζεται, έστω υποκριτικά και για τα μάτια του κόσμου, δεν έχει τύχη. Με άλλα λόγια, μια άρχουσα τάξη, που η μόνη της συλλογική αρετή είναι να αποτελεί έναν εσμό από χαμένα κορμιά, δεν μπορεί παρά να χαθεί…

Στους υπόλοιπους και τις υπόλοιπες εύχομαι, μέσα από την καρδιά μου, καλή χρονιά.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα 6 μέρες της 7ης Ιανουαρίου